|
Η μουσική παράδοση της Σικυώνος είναι τόσο παλαιά που
χάνεται στα βάθη του χρόνου. Οι εφευρέσεις και οι καινοτομίες στην μουσική
είναι περισσότερες από κάθε άλλη τέχνη.
Σύμφωνα με την Σικυωνική Αναγραφή (ένα έγγραφο
στο οποίο έγραφαν την ιστορία, ειδικά των τεχνών) η εφεύρεση του
τραγουδιού με κιθάρα αποδίδεται στον Αμφίονα της
Σικυώνος, όσο δε για σκοπούς με κιθάρα μόνο, αυτό αποδίδεται στον
Λύσανδρο της Σικυώνος, ο οποίος ήταν και ο εφευρέτης
της χορωδίας και της εναλλαγής του ενός οργάνου με το άλλο κατά την
διάρκεια της παραστάσεως. Ο Λύσανδρος επίσης μετέφερε σκοπούς του αυλού
στην κιθάρα.
Η εφεύρεση της ορχήστρας (έναυλον κιθάρισιν)
πραγματοποιήθηκε εδώ από τους μαθητές του Επιγόνου,
οι οποίοι έπαιζαν με αυλό, κιθάρα, επιγόνιον, τραγουδώντας. Ο Επίγονος,
μετανάστης από την Αμβρακία, ζούσε μονίμως στην Σικυώνα, στην οποία είχε
ανοίξει σχολή μουσικής. Ήταν ο εφευρέτης του Επιγονίου
οργάνου(επί γόνατος), ένα είδος κιθάρας με
σαράντα χορδές, την οποία κρατούσαν και έπαιζαν στα γόνατα. Ένας
άλλος εφευρέτης ήταν ο Ίβυκος, ο οποίος
κατασκεύασε το μουσικό όργανο Σαμβυκή.
Οι αναφερθέντες καλλιτέχνες έζησαν στα χρόνια του Κλεισθένη, στην αρχή του
έκτου αιώνος π.Χ.
Την ίδια περίοδο έζησε και ο φημισμένος Πυθόκριτος
της Σικυώνος, Ολυμπιονίκης του αυλού, ο οποίος κέρδισε έξι συνεχείς
φορές στους αγώνες της Πυθίας, από το 574π.Χ έως το 554π.Χ. Μία κολώνα
στην Ολυμπία, η οποία στήθηκε προς τιμήν του, φέρει την ακόλουθη επιγραφή:
"Αυτό είναι το μνημείο του αυλητή Πυθόκριτου, γιος
του Καλλίνικου".
Οι μεγάλες εφευρέσεις της Σικυώνος στην μουσική ήταν παράλληλες με τις
εφευρέσεις του χορού. Αλήτηρ ήταν ένα είδος
σοβαρού χορού. Ένας άλλος, τον οποίο ο Ιπποκλείδης χόρεψε στο γλέντι που
έδωσε ο Κλεισθένης και έχασε το χέρι της κόρης του Αγαρίστης, ήταν ο
κωμικός και ασυγκράτητος Κόρδαξ.
Οι χοροί στους οποίους περιλαμβάνεται το πέταγμα της μπάλας, όπως αυτός
που αναφέρεται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια, στον οποίο η Ναυσικά χόρευε με
τις κοπέλες, ήταν Σικυωνική εφεύρεση.
Η Σικυών είχε σχολεία που έδιναν μαθήματα χορού (χοροδιδασκαλεία). |