Η αρχαιότερη και κυριότερη θεότης των Σικυωνίων ήταν ο
Απόλλων για τον οποίον ο Παυσανίας αναφέρει την
ακόλουθη ιστορία:
Στα παλιά τα χρόνια, σύμφωνα με την παράδοση, όταν η Σικυών ονομαζότανε
Αιγιαλεία, ο Απόλλων και η αδελφή του Άρτεμις ήλθαν εδώ να εξιλεωθούν για
τον φόνο του Πύθωνα, που διέπραξαν στους
Δελφούς. Σε ένα μέρος της μετέπειτα Ελληνιστικής πόλης (στο οροπέδιο το
οποίο ήταν η Ακρόπολη τους εκείνη την εποχή) κοντά στην Αγορά, το οποίο
ονομάσθηκε αργότερα "Φόβος" από το συμβάν,
κυριεύθηκαν από φόβο και κατέφυγαν στην Κρήτη. Από το γεγονός αυτό, έπεσε
πανώλη στην Αιγιαλεία και οι ιερείς προσπάθησαν να εξευμενίσουν τον
Απόλλωνα και την Άρτεμη. Για αυτόν τον λόγο έστειλαν επτά αγόρια και επτά
κορίτσια να τους ικετεύσουν στον ποταμό Σύθα (κοντά στο σημερινό
Ξυλόκαστρο). Ο Απόλλων και η Άρτεμις πείσθηκαν από όλα αυτά, επέστρεψαν
στην Ακρόπολη και η πανώλη εξαλείφθηκε.
Μία τελετουργία αναλλοίωτη από εκείνες τις ημέρες ελάμβανε χώρα στην εποχή
του Παυσανία (150 μ.Χ.). Επτά αγόρια και επτά κορίτσια πήγαιναν με
πανηγυρική πομπή στον ποταμό Σύθα και από εκεί μετέφεραν τους θεούς στο
ιερό της Πειθούς, το οποίο είχαν κτίσει στο
μέρος που οι θεοί είχαν κυριευθεί από φόβο, και τα τοποθετούσαν στον
κτισμένο εκεί ναό του Απόλλωνος.
Η αμέσως επόμενη σε κυριότητα θεότης ήταν η θεά Αθηνά,
καθώς οι δύο πολύ παλαιοί ναοί, ο πελώριος και μεγαλοπρεπής ναός τον
οποίον έκτισε ο Εποπέος στην Αρχαία Ακρόπολη και ο ναός στην Τιτάνη,
υποδεικνύουν.
Στα χρόνια του Κλεισθένη, ο Διόνυσος
έγινε η επόμενη σε κυριότητα θεότης στην πόλη. Οι τελετές του, οι οποίες
είχαν απαγορευθεί από την αριστοκρατία, επανήλθαν με μεγαλύτερη ισχύ και
οι Ολύμπιοι παραμελήθηκαν.
Ο ίδιος ο Κλεισθένης για αυτές τις αλλαγές επιπλήχθηκε αυστηρότατα από το
Μαντείο των Δελφών, καθώς επίσης και για την αλλαγή της λατρείας του
Άδραστου.
Το Μαντείο του είπε "ο Άδραστος ήταν βασιλιάς, αλλά εσύ είσαι ένας
μηδαμινός". Πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας, ότι αυτή η προσβολή
έγινε στον άνθρωπο ο οποίος είχε σώσει και ευεργετήσει το μαντείο. Τόσο
μεγάλη ήταν η σοβαρότης που έδωσε το μαντείο σε όλες αυτές τις αλλαγές.
Οι εορταστικοί παροξυσμοί του Διονύσου κόπασαν λίγο
αργότερα (με την βοήθεια του Μαντείου των Δελφών) και η τελετή που ο
Παυσανίας περιγράφει, ο ετήσιος εορτασμός του Διονύσου Βάκχειου
και Λυσίου, ήταν ιεροπρεπής.
Τα αγάλματα και των δύο τα οποία φυλάγονταν καθ' όλη την διάρκεια του
χρόνου, μεταφέρονταν με ύμνους και αναμμένους δαυλούς με πομπή από το
κοσμητήριο στον ναό. Το κοσμητήριο ήταν ένα κτίριο στο οποίο όχι μόνο η
πομπή διοργανώνονταν, αλλά και το μέρος όπου οι θεοί στολίζονταν και
καλλωπίζονταν με λουλούδια, κλπ.
Τον Βάκχειο Διόνυσο είχε φέρει στη Σικυώνα ο
Ανδροδάμας, ο γιος του Φλειού και εορταζότανε με παροξυσμό, μέχρις
ότου ο Φάνης έφερε από τις Θήβες με την εντολή της Πυθίας τον
Διόνυσο Λύσιο (Λυτρωτή), ο οποίος λεγότανε ότι
απελευθέρωνε τον άνθρωπο από τους παροξυσμούς και αγριότητες, τις έγνοιες
και τα βάσανα και ταυτόχρονα του έδινε γαλήνη και ευτυχία.